Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός

Καταγωγή τους ήταν η Μ. Ασία, η μνήμη τους είναι 1η Νοεμβρίου.

Ο πατέρας τους ήταν ειδωλολάτρης ενώ η μητέρα τους, ονόματι Θεοδότη, ήταν χριστιανή. Οι Άγιοι ορφάνεψαν από πατέρα πολύ ενωρίς. Έτσι, επωμίστηκε όλη την ευθύνη της ανατροφής και μορφώσεως τους η μητέρα τους. Όντας δε εκείνη χριστιανή και πολύ ευσεβής και ενάρετη γυναίκα, διαπαιδαγώγησε τα τέκνα της σύμφωνα με τις αρχές του Ευαγγελίου και τα οδήγησε στο δρόμο του Χριστού.

Πέραν τούτου, η ευλαβής και εκλεκτή εκείνη μητέρα έστειλε τα τέκνα της σε διάφορες σχολές και έκαμαν σπουδές σε όλους τους τομείς της γνώσεως της εποχής τους. Έτσι έλαβαν πείρα σε όλες τις επιστήμες. Τελικά όμως οι Άγιοι περιόρισαν τις δραστηριότητές τους στις ιατρικές τους γνώσεις και θεράπευαν κάθε νόσο και αδιαθεσία των ανθρώπων, ενώ παράλληλα παρείχαν ιατρεία και στις ψυχές τους. Και δεν θεράπευαν μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα.

Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός προσονομάστηκαν Ανάργυροι, διότι δεν ανέχονταν να πάρουν αμοιβή από κανέναν. Όλους τους ιάτρευαν δωρεάν και αμισθί. Έτσι λοιπόν οι Άγιοι πέρασαν θεοφιλώς τη ζωή τους και ετελειώθησαν εν ειρήνη. Τα άγια λείψανά τους εναποτέθηκαν στον τόπο τον ονομαζόμενο Φερεμάν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Θείου Πνεύματος, τὴ χειρουργία, θεραπεύετε, παντοίας νόσους, σὺν Κοσμᾶ Δαμιανὲ οἱ Ἀνάργυροι, ὁ γὰρ Σωτὴρ ἰατροὺς ὑμᾶς ἔδειξεν, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ ἴασιν ὅθεν ρύσασθε, παθῶν δυσαλθῶν καὶ θλίψεων, τοὺς ποθῶ τῷ ναῷ ὑμῶν προστρέχοντας.

Πηγή: www.isrodou.gr

Αρωματικά βότανα και οι θεραπευτικές τους ιδιότητες


Λουίζα

Είναι ένα φαρμακευτικό και αρωματικό βότανο, με φύλλα, άνθη και βλαστούς ιδιαίτερα ευεργετικά για τον οργανισμό μας. Όπως όλα τα βότανα, όμως, έτσι και η λουίζα πρέπει να χρησιμοποιείται με μέτρο, διότι περιέχει καμφορά, «παν μέτρον άριστον».

Το βότανο λοιπόν της λουίζας χρησιμοποιείται ευρύτερα για νοσήματα του στομάχου, σταματά την διάρροια και την αιμορραγία. Είναι βοηθητικό του αδυνατίσματος καθώς λιώνει τα λίπη του οργανισμού. Είναι αποτελεσματικό τονωτικό αλλά ταυτόχρονα και καταπραϋντικό. Είναι αντιπυρετικό, διουρητικό και συνίσταται σε περιπτώσεις νεφρολιθιάσεων. Βοηθάει αποτελεσματικά η λουίζα στην αποτοξίνωση του οργανισμού, στην κυτταρίτιδα όπως και στην αποβολή των περιττών υγρών.
Το αφέψημα της είναι άκρως ευεργετικό για το πεπτικό σύστημα καθώς βοηθάει τα άτομα που υποφέρουν από δυσπεψία, μετεωρισμό, νευραλγίες και κολικούς του στομάχου και των εντέρων. Το ζεστό έγχυμα του μυρωδάτου βοτάνου της λουίζας είναι φημισμένο για της αφροδισιακές του ιδιότητες, όπως και το ότι ανακουφίζει όσα άτομα πάσχουν από ημικρανίες

Χρησιμοποιείστε το αφέψημα της λουίζας
Όταν ακολουθείτε διατροφή αδυνατίσματος και θέλετε να κάψετε τα περιττά λίπη του οργανισμού σας
•  Όταν υποφέρετε από το στομάχι σας και έχετε καούρες και δυσπεψίες
• Όταν έχετε κολικούς
• Όταν υποφέρετε από κακοσμία του στόματος
Χρησιμοποιείστε το έγχυμα του βοτάνου για να πλύνετε και να καθαρίσετε το πρόσωπό σας
Πιείτε το ζεστό το βράδυ με λίγο μέλι για έναν ήρεμο και ευχάριστο ύπνο 
• και... αν σας βρίσκετε αιθέριο έλαιο λουίζας και τύχει και χτυπήσετε, για να βοηθήσετε την πληγή να κλείσει, σταλάξτε πάνω της μερικές σταγόνες του.









Συμβουλές για όλους!



Για να βγάλετε την τσίχλα από ένα ρούχο,
βάλτε το στην κατάψυξη για μία ώρα!



Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ



Ήταν ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν και αποκάλυψιν εκ Θεου.

Και ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος· δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ και να ιδώ κανένα μυστήριον». 

Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».

Ταύτα του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια».
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας λη­στής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέ­ροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Διότι ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντί­δα και μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον παράδεισον».
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κά­μνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώ­ρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Όμως ευχα­ριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως». 

Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Και ώς ήκουσεν ο ληστής τον λόγον του γέροντος, θέλοντας μετά προθυ­μίας να πληρώση το ζητημά του, έβαλεν εις την θήκην την σπάθην, όπου εκράτει ξεγυμνωμένην, και έβγαλεν από τον κόλπον του ένα αγγείον και επήγεν εις το ποτάμι όπου ήτον εκεί σιμά και έσκυψε να το γεμώση, διά να φέρη του γέροντος να πίη.
Και εκεί όπου ήθελε να γεμίση το αγγείον, εξεψύχησε και απέθανεν. Λοιπόν, ως απέρασεν ολίγη ώρα και δεν ήλθεν ο ληστής, διελογίζετο ο γέρων και έλεγε: «Μήπως και ήτον νυστασμένος και έπεσε και απεκοιμήθη και διά τούτο αργεί και έχω άδειαν να φύγω και να υπάγω εις το κελλίον μου. Αμή επειδή και είμαι γέρων, φοβούμαι, διότι δεν έχω δύναμιν να δράμω και ως αδύνατος θέλω κουρασθή, να με φθάση.
Και αφού τον θυμώσω με τούτον τον τρόπον, θέλει με τυραννήση χωρίς λύπησιν κόπτοντάς με ζωντανόν εις πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αμή ας υπάγω εις τον ποταμόν, να ιδώ τι κάμνει». Υπήγε λοιπόν ό γέρων μέ­σα εις τοιούτους διαλογισμούς και ευρήκεν αυτόν αποθαμένον και, ως τον είδεν, εθαύμασε και εξεπλάγη.
Και σηκώνοντας τα χέ­ρια του εις τον ουρανόν έλεγε: «Κύριε φι­λάνθρωπε, εάν ουκ αποκαλύψης μοι το μυστήριον τούτο, δεν βάνω τα χέρια μου κά­τω. Λυπήσου λοιπόν τον κόπον μου και φανέρωσόν μου το πράγμα τούτο». 
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυ­τόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Λοι­πόν θάψε τον ως ένα σωσμένον. Διότι ή υπακοή όπου έκαμε προς εσένα και έκρυψε την φονεύτριαν σπάθην εις την θήκην της, διά να υπάγη να σε φέρη νερόν, να καταπαύση την φλόγα της δίψης σου, με αυτό το έργον εκαταπράυνε την οργήν του Θεού και τον εδέχθη ως εργάτην της υπακοής.
Και η ομολογία των εννενήκοντα εννέα φόνων εις εξομολόγησιν ελογίσθη. Λοιπόν θάψε τον και έχε τον με τούς σωσμένους. Και γνώρισε διά τούτου το πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαγχνίας του Θεού. Και πήγαινε χαίροντας εις το κελλίον σου και ας είσαι πρόθυμος εις τας προσευχάς σου και μη λυπήσαι και να λέγης, ότι πως είσαι αμαρτωλός και άμοιρος από αποκάλυψιν. Ιδού γαρ απεκάλυψέ σε ό Θεός ένα μυστήριον.
Ήξευρε δε και τούτο, ότι όλοι oι κόποι της ασκήσεώς σου είναι δεκτοί ενώπιον του Θεού· διότι δεν είναι κανένας κόπος όπου γίνεται δια τον Θεόν και να μην έλθη έμ­προσθεν αυτού». Ταύτα ακούσας ο γέρων έθαψε τον νεκρόν.



(Από το Γεροντικό)

Τό πρῶτο κάλεσμα.


Ἀπό τή ζωή τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ
Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως καί Κριμαίας


Παράλληλα μέ τίς σπουδές του καί τίς ἀναζητήσεις του μελετοῦσε μέ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια τήν Ἁγία γραφή. Πολλά σημεῖα τοῦ εὐαγγελίου τόν συνέπαιρναν. Τά ὑπογράμμιζε μέ κόκκινο μελάνι. Αὐτό τό εὐαγγέλιο τό κράτησε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔγινε ὁ ἀχώριστος σύντροφός του. Ἰδιαίτερα ὅμως τότε ἕνα χωρίο τοῦ κατά Ματθαῖον εὐαγγελίου τόν συγκλόνισε καί ἔνιωσε τό πρῶτο μεγάλο σκίρτημα, τήν πρώτη κλήση τοῦ Θεοῦ γιά τό δρόμο τῆς ἀφιέρωσης. «Ἰδών δέ (ὁ Ἰησοῦς) τούς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περί αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καί ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μή ἔχοντας ποιμένα. Τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ὁ μέν θερισμός πολύς, οἱ δέ ἐργάται ὀλίγοι. Δεήθηκε οὖν τοῦ Κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τόν θερισμόν αὐτοῦ».
Νά πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος τά συναισθήματά του:

«Πολλά σημεῖα στό εὐαγγέλιο μοῦ εἶχαν κάνει μεγάλη ἐντύπωση… Ἀλλά τίποτα δέν μποροῦσε νά συγκριθεῖ μέ τό βάθος τῆς ἐντυπώσεως πού μοῦ προκάλεσε αὐτό τό χωρίο. Ἀνασκίρτησε ἡ καρδιά μου καί ἀναφώνησα σιωπηλά: “Ὦ Κύριε! Σοῦ λείπουν οἱ ἐργάτες; ” Ἀργότερα ὅταν εἶχα γίνει ἕνας ἀπό τούς ἐργάτες στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου, ἤμουν σίγουρος ὅτι αὐτό τό κείμενο τοῦ εὐαγγελίου ἦταν τό πρῶτο κάλεσμα τοῦ Κυρίου νά ἀφιερωθῶ στή διακονία Του».

Ἀπό τό βιβλίο ΑΧΡΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΥΚΑΣ,  τοῦ Ἀρχιμ. Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου.

Ρωτῶ




Σ' ἕναν κόσμο πού θέλει, ὅπως θέλει νά ζεῖ,
πού πιό πέρα δέν βλέπει κι οὔτε θέλει νά δεῖ.
Σ' ἕναν κόσμο πού μόνο τό θέλω μετρᾶ,
κι ἐπιτρέπονται ὅλα ἁπλά.

Ρωτῶ στό φῶς θά μένω τυφλός,
θά πάω ὅπου μέ πάει ὁ συρμός;
Ρωτῶ μέσα στά τείχη πού ὀρθώνω,
θά εἶμαι νούμερο μόνο, βουβός ἀριθμός;

Ρωτῶ ἡ ἀλήθεια θά 'μαι ἐγώ,
θά ἔχω τό ἐγώ μου Θεό;
Ρωτῶ γιά τό δικό μου τό θέλω,
θά ξεπουλάω τό φίλο καί τόν ἀδελφό;

Σ' ἕναν κόσμο...

Ζητῶ μιά θέση στόν οὐρανό,
στή μόνη ἀλήθεια νά προχωρῶ.
Ζητῶ ν' ἀνέβω λίγο πιό πάνω,
καί ἐπανάσταση κάνω στό ἴδιο τό ἐγώ.

Ζητῶ στήν ὕλη ν' ἀντισταθῶ,
στό πλάνο ψέμα νά μή χαθῶ.
Ζητῶ νά πάω κόντρα στό ρεῦμα
κι ἐκεῖ στοῦ δρόμου τό τέρμα 
νά Σ' ἀκολουθῶ.

Σ' ἕναν κόσμο πού θέλει, ὅπως θέλει νά ζεῖ,
πού πιό πέρα δέν βλέπει κι οὔτε θέλει νά δεῖ.
Σ' ἕναν κόσμο πού μόνο τό θέλω μετρᾶ,
νἆμαι Θεέ μου, σέ Σένα κοντά.




Ο Τσολιάς




Στίς κορφές τοῦ Ὀλύμπου,
τῆς Πίνδου ὁ τσολιάς μας
Τσολιάς ξακουσμένος.
Τούς μεγάλους τούς χτύπους
παλμούς τῆς καρδιᾶς μας
τήν δόξα ζωσμένος.

Τόν δέρνει τό χιόνι
τήν ἡμέρα παγώνει
σηκώνεται μπόρα
καί σέρνεται τώρα
ἀέρας ξεσπᾶ μανιασμένος.

Τσολιάς ξακουσμένος.
Ἡ μητέρα του κλαίει
στήν εἰκόνα καί λέει,
Παναγιά μου, ὁ γιός μου
μοναχός κι ἀκριβός μου
ἀέρα -ἀέρας-ἀέρας!

Κι ἄς δακρύζει ἡ ματιά.
Γιά τόν Ἕλληνα σκλάβο
ὁ τσολιάς μας πεθαίνει
Ἀέρας
καί στή δόξα τραβᾶ.

Τσολιᾶς ξακουσμένος......
..... καί στή δόξα τραβᾶ.

Στίς κορφές τῆς Βορείου Ἠπείρου
ὁ τσολιάς μας.
Τσολιάς ξακουσμένος.
Ἡ Μητέρα τῶν ὅλων γλυκειά Παναγία.
Θερμή προστασία.

Πάει μπροστά καί ἐνθαρρύνει
τόν τσολιά καί τοῦ δίνει
τήν ἀνδρεία, τό θάρρος
γιά νά λέει πέρα ὡς πέρα:
ἀέρα - ἀέρα - ἀέρα!

Κι ἄς δακρύζει ἡ ματιά.
Γιά τόν Ἕλληνα σκλάβο
ὁ τσολιάς μας πεθαίνει
Ἀέρας
Καί στή δόξα τραβᾶ.

Γλυκειά Παναγία...
..... καί στή δόξα τραβᾶ.



Ἡ κυρά τῆς Ρῶ




Ἡ Ἑλλάδα, ἡ γεννήτρα τῶν ἡρώων τῆς Πίστεως καί τῆς Πατρίδος, στίς ἡμέρες μας, δίδει ἡρωικές μορφές. Ἡ  κυρά τῆς Ρῶ, ἡ Δέσποινα Ἀχλαδιώτου, ἐπέδειξε θάρρος καί ἀνδρεία, ὑψώνοντας σέ καθημερινή βάσι τήν ἑλληνική σημαία. Μέ τό θάρρος της αὐτό καί τήν γενναία ἑλληνική ψυχή προκαλοῦσε τόν πανελλήνιο θαυμασμό καί δήλωνε στούς ἅρπαγες γείτονές μας τήν ἑλληνικότητα τῆς πατρώας της γῆς. Τήν κυρά τῆς Ρῶ τήν καμαρώσαμε, τήν θαυμάσαμε καί τήν τιμήσαμε. Μένει νά τήν προβάλλουμε ὡς πρότυπο Ἑλληνίδος, πού ἀγάπησε πολύ τήν Πατρίδα καί ἔκανε πολλές θυσίες, στέλνοντας ἕνα μήνυμα πρός ὅλες τίς Ἑλληνίδες τῶν ἡμερῶν μας, πώς πρέπει μέ πάθος νά ἀγαποῦμε τήν Πατρίδα καί νά τήν ὑπηρετοῦμε χωρίς διακοπές.



Γαλάζια μου αὐγή κι ἄστρο τῶν πόθων μου
ἡ γαλανόλευκη θωριά σου θ’ ἀνεβαίνει
πάντα ψηλά κι ὅλο ψηλά κι ὅλο ψηλότερα
σημαία μου ἀκριβή καί χιλιοδοξασμένη.

Κι ἄν εἶναι νά πεθάνουμε γιά σένα
πατρίδα μου γλυκειά καί τιμημένη
χαλάλι τῆς Ἑλλάδος
μιά φορά κανείς πεθαίνει!

Παντέρημη στό βράχο σου Ἑλλάδα μου
ἀπόμεινα νά καρτερῶ ἐσέ πατρίδα
νά μ’ ἀνταμώσεις καί νά γείρω στήν ἀγκάλη σου
εἶν’ ἡ στερνή πού μοῦ ἀπόμεινε ἐλπίδα.

Κι ἄν εἶναι νά πεθάνουμε γιά σένα
πατρίδα μου γλυκειά καί τιμημένη
χαλάλι τῆς Ἑλλάδος
μιά φορά κανείς πεθαίνει!

Πεθαίνω μά θά ζῶ μέσα στά κύματα
σέ κάθε φύσημα τοῦ ἀνέμου στό Αἰγαῖο,
πού θά χαϊδεύει τήν σημαία σου Ἑλλάδα μου
μέ τῆς καρδιᾶς μου τό παλμό τόν τελευταῖο.

Κι ἄν εἶναι νά πεθάνουμε γιά σένα
πατρίδα μου γλυκειά καί τιμημένη
χαλάλι τῆς Ἑλλάδος
μιά φορά κανείς πεθαίνει!

Η Ελλάδα δεν μας έδωσε μόνο κατά το παρελθόν ηρωίδες γυναίκες, Μπουμπουλίνα, Μαντώ Μαυρογένους κ.ά. αλλά και στις ημέρες μας που είναι ημέρες απαξίωσης των ιδανικών της Πατρίδος, υπάρχουν γυναίκες που αγαπούν την Ελλάδα κατά θαυμαστό τρόπο και αποδεικνύονται πιστά τέκνα της. Μεταξύ των συγχρόνων γυναικών είναι και  η Δέσποινα Αχλαδιώτου, η κυρά της Ρω, της οποίας το έργο επιβράβευσε ο Ελληνικός λαός και προβάλει σε σειρά εκπομπών το Εκκλησιαστικό κανάλι της 4Ε.

Στη σημαία




Εσένα που σε χάϊδεψε της λευτεριάς η αύρα
περήφανη πρώτη φορά πάνω στη Άγια Λαύρα.
Εσέ που χέρι σε ύψωσε τρισάγιο και βροντήσαν
όχι φωνές μα τουφεκιές όταν σε χαιρετήσαν.

Οι τουφεκιές παληκαριών που εμπρός σου αντρειωμένα,
γονάτισαν κι ορκίστηκαν να πέσουνε για σένα.
Εσένα που σε κοίταζαν μάνες που στο ένα χέρι,
βαστούσαν βυζανιάρικα και στο άλλο το μαχαίρι.

Εσέ που όταν σ’ αντίκρυσαν οι γέροι ξανανιώσαν
και μ’ άρματα τη μέση τους την κουρασμένη ζώσαν.
Εσέ πια ανθρώπινη φωνή, μπορεί να ιστορήσει,
την ξακουσμένη δόξα σου και να την τραγουδήσει.

Εσύ δεν είσαι από πανιού λωρίδα καμωμένη,
είσαι από αίμα και καπνούς κι από φωτιά βγαλμένη.
Εσύ πετούσες σαν αητός πάνω από ηρώων κεφάλια.
Σελάγιζες σε πέλαγα, σε κάμπους σε ακρογιάλια.

Πάνω από νίκες άμετρες το φλάμπουρό σου εστήθη,
και πάντα δρόμο σ’ άνοιγαν μές στων εχθρών τα πλήθη,
τα χέρια που σε βάσταγαν, τ’ ανδρειωμένα χέρια
για να σε μπήξουν σε κορφές, σ’ απάτητα λιμέρια.

Για να σε δούν πολύ ψηλά, ψηλά απ’ της γης το χώμα.
Τόσο ψηλά που τ’ ουρανού, επήρες πια το χρώμα.
Για να δουν πολύ ψηλά, ψηλά απ’ της γης το χώμα.
Τόσο ψηλά που τ’ ουρανού, επήρες πια το χρώμα.



Κανείς δεν δημιουργεί αν δεν έχει ν’ αντιμετωπίσει εμπόδια...


Συνταγή γιά ὄμορφη, εἰρηνική, οἰκογενειακή ζωή



1) Μιά σταγόνα λάδι κατανόησης

2) Ἕνας κόκκος γρανιτένιος θέλησης

3) Μιά σταλίτσα ψυχραιμία

4) Ἕνα σακκί ἀγάπη

 5) καί... ἕνας ὠκεανός ὑπομονῆς

Ἐποποιΐας συνέχεια



Οἱ τηλεφωνικές γραμμές πού μέ κίνδυνο ἐπισκευάσθηκαν τή νύχτα, κόπηκαν ἀπό τίς ὀβίδες ξανά.
Ἕνας δεκανέας κινδυνεύοντας περιοδεύει νά ἀνακαλύψη τή ζημιά. Δόξα σοι ὁ Θεός! Μπροστά του ὁ στῦλος μέ τά κομμένα σύρματα. Ὁ δεκανέας μέ ταχύτητα βάζει τά ἀγκαθωτά του πεδιλα.
– Τρελλάθηκες; Θά ἀνέβης στό στῦλο μέρα μεσημέρι; τόν φωνάζει ὁ ἀνθυπασπιστής τῶν διαβιβάσεων.
– Κι ὁ φρούραρχος πού περιμένει;
Ὁ δεκανέας δένεται μέ τήν εἰδική του ζώνη. Ἀνεβαίνει... μάταια, τόν φωνάζουν ξανά. Ἐκεῖνος, τήν ἴδια ἀπάντησι.
– Ὁ φρούραρχος βιάζεται! Μιά ριπή χτυπᾶ στό στῦλο, ἀκριβῶς κάτω ἀπό τά πόδια του. Ὁ δεκανέας  ἀτρόμητος μονολογεῖ:
– Κύριε φρούραρχε, ὅ,τι καί  νά γίνη, ἐγώ θά σέ συνδέσω!  Θά σοῦ δώσω φωνή!
Μέ σβελτάδα ἑνώνει τίς δύο κομμένες γραμμές. Τά ὀχυρά συνεννοοῦνται. Ὁ δεκανέας μέ ἱκανοποίησι ἔκανε τό χρέος του!
Μά οἱ σφαῖρες μέ περισσότερη τώρα, μανία τόν κυνηγᾶνε. Μιά ριπή τόν πετυχαίνει κατάστηθα! Ὁ δεκανέας δέν ἔπεσε. Ἔτσι πού ἦταν δεμένος ἔμεινε στό στῦλο «Σύμβολο».
Καί ἡ ἐποποιΐα συνεχίζεται...




Κόσμημα πιστῶν νέων


Ἐλευθερία

Ἤθελα νά ρωτήσω.
Ἐσένα πού λατρεύεις τήν ἐλευθερία σου,
πού κάθε στιγμή ὁρμᾶς νά τήν ὑπερασπισθῆς,
πού φωνάζεις «φτάνει πιά,
ὅ,τι θέλω ἐγώ θά κάνω,
ὅπου θέλω ἐγώ θά πάω,
ὅπως θέλω ἐγώ θά ζήσω».
Ἤθελα νά ρωτήσω καί ἀπάντησέ μου τίμια.
Ἀλήθεια, εἶσαι ἐσύ πού κανονίζεις τήν ζωή σου,
ἤ τά «ἰνδάλματα» καί οἱ «ἥρωες» καί
«ἀστέρες», κάθε φορά, πού κανονίζουν
τό ντύσιμό σου,
τό χτένισμά σου,
τά λόγια σου,
τήν διασκέδασί σου,
τήν νοοτροπία σου,
τούς στόχους καί τά ὁράματά σου;
Ἄν ναί, μήπως δέν εἶσαι ὄντως ἐλεύθερος;
Ξέρεις, παιδί μου, ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώνει
καί Ἀλήθεια εἶναι ὁ Χριστός.
«Ἐάν οὖν ὁ Υἱός ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ,
ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε».
Καί τότε μόνον θά ἔχης ὁράματα
πού δέν θά ἐξαντλοῦνται μόνον στήν γῆ.


Πηγή: Ἡμερολόγιο 2010, Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀδελφότητος ΛΥΔΙΑ.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ!

video



«Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή». Κατάλαβες;



Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν. 

Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πως το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.

Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού.

Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία. Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε.

Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ 

Ευτυχία είναι...


Φανταράκια

Γραμμένο γιά τούς στρατιῶτες μας στήν Ἀλβανία (1940-1941).

Τοῦ Σπύρου Μελᾶ


Ὅταν τό δῇς μπροστά σου ἀδύνατο, ζαρωμένο, ἀξύριστο, συφοριασμένο, ζαλωμένο τό σάκκο νά πηγαίνῃ μονοπάτια καί κουτσαίνοντας, δέ δίνεις οὔτε μιά δεκάρα:
― Αὐτός εἶναι ὁ ἥρωας;
― Ἔ, λοιπόν, ναί… αὐτός εἶναι!
Ὅλοι οἱ ξένοι ἔχουν τήν αὐτή ἔκπληξι στήν πρώτη ἐπαφή: «Ἐμένα, κύρ Φράγκο –σάν νά τούς λέῃ ἄφωνο τό στρατιωτάκι– δέν μπορεῖς νά μ’ ἐξηγήσῃς εὔκολα… Εἶμαι μεγάλο θέμα μελέτης». Εἶναι ἕνας ἥρωας, πού δέν ξέρει τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό του· πού δέ νιώθει τόν ἡρωισμό του· πού κινεῖται στήν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποποιΐας, σά νά ἦταν ἡ πιό καθημερινή του πραγματικότης. 
Περπάτησα πλάϊ του ὧρες μέ τήν αἰώνια ἀγωνία:
Ποῦ βρίσκεται τό μυστικό τοῦ μεγαλείου του;
Ἔρχονται στιγμές, πού στά μάτια του καῖνε καί φέγγουν ὅλοι οἱ ἥλιοι τῆς Μεσογείου. Βλέπω καθαρά κάτι: 
Ὅτι τό φῶς αὐτό κυριαρχεῖ πάνω στή φλόγα· ἡ ἐξυπνάδα ἐξουσιάζει πώς πρέπει νά τό ἀπομακρύνω ἀπό αὐτή τήν ἀπόπειρα ψυχολογίας. Ἡ ἐξυπνάδα στόν πόλεμο δέν χρειάζεται παρά γιά τό τεχνικό μέρος. Ἀλλά δέν ἀποτελεῖ ποτέ τόν ἥρωα. Ὁ Ἕλλην μάχεται πολύ ἐπιδέξια ἴσως ἀπό οἱονδήποτε ἄλλο στρατιώτη.
Ἔρχονται ὧρες, πού καί τό τελευταῖο φανταράκι γίνεται στρατηγός:
― Ἐδῶ σ’ αὐτή τή γράνα νά πέσουμε, συνάδελφε –ἄκουσα στρατιωτάκι νά λέῃ στή μάχη στό σύντροφό του– νά τούς βγοῦμε στό πλευρό!
― Ὁ λοχαγός τραβᾷ ἀπό κεῖ!
― Μωρέ, ἄσ’ τό λοχαγό τώρα, θά τόν ἀπαντήσουμε ψηλότερα.
Ἀλλά μέ τήν ἐξυπνάδα δέν πάει κανείς στή θυσία. Καί τό φανταράκι ἀξίζει, ὅταν βάζῃ τόν ἑαυτό του κάτω· ὅταν ἔρχεται ἡ θεία στιγμή, πού σπάζει ὅλες τίς χορδές τῆς ζωῆς: «Ἐδῶ Βαγγέλη, σώθηκαν τά ψέματα· ἐδῶ θά πεθάνης!».
― Ἀλλά καί πρίν ἀπ’ αὐτή τή στιγμή: Ὅταν δίνῃ τόν ἑαυτό του σ’ ὅλες τίς δεινοπάθειες, σ’ ὅλους τούς ἀφάνταστους μόχθους καί τίς τεράστιες δυσκολίες μέ μιά φοβερή γαλήνη, μιάν ἁπλότητα καταπληκτική. Γι’ αὐτό τό περίεργο πλάσμα, πού θά κάμῃ τή σκούφια πολλῶν ἱστορικῶν νά γυρίσῃ ἀνάποδα, τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο.
Ἀντιμετωπίζει τά πιό τεράστια προβλήματα σάν νά τά ἤξερε, νά τά εἶχε ὑπ’ ὄψιν του ἀπό πρίν. Ἀναπτύσσει ἀμέσως ἀπόλυτη οἰκειότητα μέ τίς μεγαλύτερες δυσκολίες. Ποῦ κρύβουν τ’ ἀνεξάντλητα ἀποθέματα δυνάμεως οἱ ἀσκητικές αὐτές πράξεις, πού νομίζετε, ὅτι κατέθεσαν ἤδη ὅ,τι κι ἄν εἶχαν; Θέλησι –μιά θέλησι χωρίς στόμφο, χωρίς ρητορική, χωρίς θορυβώδεις χειρονομίες.
Γιά νά νιώσωμε τό φανταράκι, πρέπει νά βγάλωμε ἀπό τή μέση κάθε τύπο ἐξωτερικό. Πρέπει νά σβήσωμε καί διατάγματα ἐπιστρατεύσεως καί προσκλήσεις ἡλικιῶν καί κάθε ἰδέα ἐξωτερικῆς ἀνάγκης. Μπορεῖ νά τούς ἀπολύσετε, ἄν θέλετε. Δέ θά φύγῃ κανείς! Θά μείνουν ὅλοι στά βουνά τῆς Ἀλβανίας ἐθελονταί, ὡς πού νά ρίξουν τούς Ἰταλούς στή θάλασσα.
Αὐτό τό φανταράκι, πού δέ δίνετε μιά δεκάρα, ὅταν τό πρωταντικρύζετε, ἔχει τό ἔνστικτο τῆς ἱστορίας. Δέν ξέρει παρά ἄκρες μέσες. Ἀλλά τήν αἰσθάνεται, τή νιώθει. Ἔχει βάλει μέσα του κατάβαθα, ἀκλόνητα, ὅτι αὐτή τή στιγμή παίζεται ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐλευθερία της, ἡ τιμή της, ἡ ἐθνική της ὕπαρξι. Αὐτό τό ξέρει καί τό πιό ἀγράμματο στρατιωτάκι, πού ἱδρώνει νά σκαρώσῃ μέ μαγγοῦρες τήν ὑπογραφή του.
― Δέν εἶναι σάν τίς ἄλλες φορές! θ’ ἀκούσετε νά σᾶς λένε ὅλοι. Αὐτοί πᾶνε νά σβήσουν τήν Ἑλλάδα! Μά δέ θά τό φᾶνε.
Ἡ ἀδάμαστη θέλησι τῆς νίκης, αὐτή ἡ ἥσυχη κι ἀλύγιστη ἀπόφασι νά μή γυρίσῃ πίσω κανείς, ἄν δέ ρίξουν τόν ἐχθρό στή θάλασσα, εἶναι τό μυστικό τοῦ ἡρωϊσμοῦ τους, τῆς ἐπιμονῆς, τῆς ἀντοχῆς, τῶν ἀφάνταστων θυσιῶν, πού προσφέρονται μέ τή μεγαλύτερη αὐταπάρνησι. Τό κάθε φανταράκι ἔχει κάμει τήν ἐθνική ὑπόθεσι προσωπικό ζήτημα:
― Μωρέ, ἀκοῦς ἐκεῖ νά τούς περάσῃ ἀπό τό μυαλό νά μᾶς ὑποδουλώσουν!
Φρενιάζει, θηρίο ἀνήμερο γίνεται καί τό πιό ἥσυχο φανταράκι, ὅταν τοῦ τό θυμίσουν. Ἔχει πληγωθῆ βαθύτατα τό φιλότιμό του: Γιά ποιούς μᾶς περάσανε; Εμαστ’ Ἕλληνες! Ξέρεις τί θά πῇ Ἕλληνες;… Ἄν δέν τό ξέρῃς, θά σοῦ τό μάθω τώρα στή στιγμή! Ἔτσι μπαίνει τό στρατιωτάκι στή μάχη: νά τούς δείξῃ ποιός εἶναι.
Αὐτός μπορεῖ νά συγχύζῃ τόν Περικλῆ μέ τό Θεμιστοκλῆ· δέν ἔχει διόλου νά κάμῃ. Τήν Ἑλλάδα καί τήν ἱστορία της δέν τήν ἔχει μέσα του σάν κρύες γνώσεις. Τήν ἔχει σάν ἔννοια, σάν οὐσία, σά ζωντανή πραγματικότητα: Εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ἡ Ἑλλάς αὐτή, γεμᾶτος ἀπό τά κλέη καί τούς θρύλους τριῶν χιλιάδων ἐτῶν, ἀπό τό καθάριο καταστάλαγμά τους, ὑπερήφανος γιά τήν τύχη του, νά εἶναι φορεύς τέτοιας ἀξίας. Κι ἄς μήν μπορῇ νά μετρήσῃ τό θησαυρό σ’ ὅλη τήν ἔκτασί του.
Μ’ ἀνατρίχιασμα κρυφό ἄκουσα μιά μέρα αὐτή τήν κουβέντα, δυό λεπτά πρίν μπῇ ἕνα τάγμα στή μάχη:
― Καί γιατί ἄλλο ἤρθαμε, ρέ συνάδελφε, δῶ πέρα; Ἤρθαμε νά νικήσωμε ἤ νά πεθάνωμε σάν Ἕλληνες!
― Καί πῶς πεθαίνουν οἱ Ἕλληνες, δέ μοῦ λές;…
― Οἱ Ἕλληνες πεθαίνουν σάν Ἕλληνες! Κι ἄν δέν τό ξέρῃς νά πᾷς νά τό μάθῃς. Πεθαίνουν παλληκαρίσια… γιά τήν ἰδέα!…
Πιό ξάστερο ὁρισμό τῆς οὐσίας αὐτοῦ τοῦ ἡρωισμοῦ δέν ἀπάντησα πουθενά. Τήν ἔδωσε μονάχο του τό φανταράκι.

Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 368, Ὀκτώβριος 2003.